Σάββατο 4 Ιανουαρίου 2014

ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ ΖΩΗ ΤΩΝ ΑΡΧΑΙΩΝ ΕΛΛΗΝΩΝ

Σε μεγάλο βαθμό επηρεάζεται από τα ήθη και τα έθιμά του που απορρέουν από την ιδιοσυγκρασία του και καθορίζουν τη συνέχιση της ύπαρξής του στο μέλλον ενώ αποτελούν σημαντικό κομμάτι της πολιτιστικής του κληρονομιάς που με μια λέξη ονομάζουμε παράδοση.


Συνεχίζοντας θα προσπαθήσουμε να εντρυφήσουμε όσο περισσότερο γίνεται στη ζωή των αρχαίων Ελλήνων του μακρινού χθες όχι μόνο στην Αθήνα αλλά και σε άλλες σημαντικές περιοχές της αρχαίας Ελλάδας.

Η Αθήνα υπήρξε μια από τις σημαντικότερες πόλεις της αρχαιότητας. Λόγω του ισχυρού στόλου που διέθετε κυριάρχησε στα νησιά του Αιγαίου και στα παράλια της Μικράς Ασίας. Εν ολίγοις υπήρξε η μητρόπολη όλων σχεδόν των Ιωνικών περιοχών. Οι αθηναίοι ήταν Ίωνες γι αυτό η Αττική διάλεκτος, η οποία αποτέλεσε τη γλώσσα της φιλοσοφίας και των επιστημών, γεννήθηκε από την Ιωνική. Από το μύθο του Θησέα συμπεραίνουμε πως την πόλη στην εποχή του Χαλκού την κατείχαν οι Κρήτες ενώ ο Όμηρος στην Ιλιάδα αναφέρει τη συμμετοχή της Αθήνας στον Τρωικό πόλεμο κάτω από τον έλεγχο των Μυκηνών.

Η Αθήνα γνώρισε διάφορα πολιτεύματα. Επί αρκετά χρόνια η διακυβέρνησή της ασκούνταν από τον Άρχοντα Βασιλέα. Μετά την υποχώρηση της Βασιλείας ανέλαβαν οι Ευπατρίδες (γόνοι αριστοκρατικής καταγωγής) που με τη βοήθεια των Θεσμοθετών κυβέρνησαν την πόλη βάσει της σκληρής νομοθεσίας του Δράκοντα. Ύστερα από την τριακονταετή διακυβέρνηση τους αντικαταστάθηκαν από την Τυραννίδα του Πεισίστρατου και των γιών του Ιππία και Ίππαρχου. Τελικά ο νομοθέτης Κλεισθένης εδραιώνει τις βάσεις ενός νέου πολιτεύματος, της Δημοκρατίας. Με σκοπό την καλύτερη διοίκηση του τόπου έκανε πολλές μεταρρυθμίσεις. Μια απ’ αυτές ήταν η διαίρεση της ευρύτερης περιοχής των Αθηνών σε Δήμους. Οι δήμοι αυτοί χωρίστηκαν σε αστικούς, όπως πχ, Κεραμικός, Κολωνός, Κυδαθήναιον, Σκαμβωνίδαι, Πειραιάς, Φάληρο, Αραφήνα (Ραφήνα) Αιξωνή (Γλυφάδα), Ελευσίνα, Θρία (Ασπρόπυργος) και σε αγροτικούς Αχαρναί, Δεκέλεια, Μαραθών, Βραυρώνα κ.α.. Κάθε Αθηναίος πολίτης ήταν δηλωμένος στα δημοτολόγια με τρία ονόματα. Το δικό του, το όνομα του πατέρα του και το όνομα του δήμου του, πχ Περικλής γιος Ξανθίππου, Χολαργεύς. Οι Αθηναίοι έδιναν μεγάλη σημασία στο θέμα της καταγωγής. Για να θεωρείται κάποιος γνήσιος Αθηναίος έπρεπε όχι μόνο να έχει γεννηθεί στην Αθήνα αλλά και να προέρχεται από γονείς αυτόχθονες Αθηναίους. Αυτή ήταν η κυριότερη προϋπόθεση ώστε να δικαιούται να φέρει κάποιος απ’ τους κατοίκους της πόλης τον όρο του Πολίτη. Επίσης έπρεπε να έχει συμπληρώσει το 18ο έτος της ηλικίας του ενώ ήταν υποχρεωμένος να υπηρετήσει τη στρατιωτική του θητεία που διαρκούσε δύο χρόνια. Αφού λοιπόν συγκέντρωνε τις παραπάνω προϋποθέσεις είχε δικαίωμα να συμμετέχει στα κοινά, δηλαδή να παίρνει μέρος στις συνεδριάσεις της Εκκλησίας του Δήμου ακόμα και να πολιτευθεί εάν το επιθυμούσε.

Η προσέλευση των Αθηναίων στις συνεδριάσεις αυτές ήταν αξιόλογα μεγάλη λόγω του ιδιαίτερου ενδιαφέροντος που έδειχναν για τα ζητήματα του κράτους. Οι συνεδριάσεις γίνονταν στην Πνύκα (η ονομασία προκύπτει από το ουσιαστικό "πυκνός" και χρησιμοποιήθηκε μεταφορικά λόγω του πυκνού πλήθους που μαζευόταν εκεί και που πολλές φορές οι συγκεντρωμένοι στην προσπάθειά τους να παρακολουθήσουν καλύτερα στριμώχνονταν ο ένας δίπλα στον άλλο. Όλοι οι πολίτες Αθηναίοι είχαν ίσα δικαιώματα απέναντι στους νόμους, εν αντιθέσει με τις γυναίκες, τους μέτοικους (αυτούς που προέρχονταν από άλλες πόλεις) και τους δούλους.

Οι άντρες Αθηναίοι αφού τελείωναν την εργασία τους αρέσκονταν να περπατάνε στην Αγορά, παίρνοντας μέρος σε φιλοσοφικές και άλλες συζητήσεις. Έδιναν μεγάλη σημασία στην εξωτερική τους εμφάνιση. Για να κυκλοφορήσουν έξω από το σπίτι έπρεπε να είναι «ευπρεπισμένοι» δηλαδή καθαροί και καλοχτενισμένοι. Για τον καλλωπισμό τους διέθεταν αρκετό χρόνο ενώ στην Αγορά υπήρχε γι αυτό το σκοπό πληθώρα κουρείων που τα επισκέπτονταν τακτικά. Οι κουρείς αφού τους χτένιζαν τα μαλλιά και τη γενειάδα τους τα άλειφαν με αρωματισμένα έλαια και τους έφτιαχναν βόστρυχους δηλαδή μικρά στριφτά σαλιγκαράκια που πλαισίωναν το πρόσωπο, χτένισμα πολύ αγαπητό σε όλους ιδιαιτέρως στους φιλοσόφους. Το παρατηρούμε μάλιστα στις προτομές των θεών καθώς και στα αγάλματα της Κλασικής περιόδου.

 Εκτός από όμορφη κώμη οι Αθηναίοι επιθυμούσαν να έχουν και υγειές σώμα. Επισκέπτονταν αρκετά συχνά ένα από τα τρία μεγάλα γυμναστήρια των δήμων της Αθήνας, την Ακαδημία, το Λύκειο ή το Κυνοσάργες για να γυμναστούν. Φυσικά ούτε από εκεί έλειπαν οι καθιερωμένες συζητήσεις και τα….. κοινωνικά σχόλια, κοινώς κουτσομπολιά . Τους άρεσε να διασκεδάζουν αλλά και να ψυχαγωγούνται. Με σκοπό τη διασκέδασή τους διοργάνωναν τα «συμπόσια» που δεν ήταν παρά γλέντια κατ’ οίκον. Για αυτά ετοιμαζόταν ο ανδρών του κάθε σπιτιού. Οι άνδρωνες ήταν αρκετά μεγάλοι χώροι και βρίσκονταν κοντά στην κύρια είσοδο της κατοικίας. Διέθεταν παράθυρα προς το δρόμο και ήταν διαμορφωμένοι έτσι ώστε να μπορούν να φιλοξενήσουν πολλούς επισκέπτες. Τριγύρω στους τοίχους υπήρχαν τοποθετημένα ανάκλιντρα για την άνετη διαμονή των καλεσμένων ενώ οι δούλοι φρόντιζαν για την καλύτερη εξυπηρέτησή τους. Οι καλεσμένοι ξεναγούνταν στους κυρίως χώρους του σπιτιού, συνήθεια που επέβαλλαν οι «καλοί τρόποι» της εποχής, θαυμάζοντας και επαινώντας τον οικοδεσπότη για το καλό του γούστο και τη νοικοκυροσύνη του. Για να εισέλθουν στον άνδρωνα έβγαζαν τα παπούτσια τους ενώ οι δούλοι τους έπλεναν τα πόδια . Όταν τελείωνε αυτή η διαδικασία οι καλεσμένοι κάθονταν αναπαυτικά στα ανάκλιντρα (το κάθε ένα ήταν υπολογισμένο να χωρά δύο άτομα που κάθονταν αντιθέτως) ενώ οι υπηρέτες τοποθετούσαν μπροστά τους χαμηλά τραπέζια σερβιρισμένα με τα πιο εκλεκτά εδέσματα . Στο πρώτο μέρος του συμποσίου ( κυρίως μέρος ) σερβίρονταν πιάτα με θαλασσινά, ψάρια, πουλερικά και κρεατικά συνοδευόμενα από διάφορα χορταρικά της Αττικής γης. Σαν ηδύποτο προσφερόταν ο Κυκεώνας, ένα ιδιαίτερα αγαπητό τους ποτό φτιαγμένο από κριθάρι, νερό και αρωματικά βότανα. Στο δεύτερο μέρος ξεκινούσε η οινοποσία με συνοδεία ξηρών καρπών, τυριών, γλυκών και αλμυρών πιτών (η πίτα που προτιμούσαν περισσότερο ήταν ο μυτλωτός, φτιαγμένη με μέλι και τυρί). Συνέχιζαν την οινοποσία με αρωματικό γλυκό κρασί και φρούτα συζητώντας ζωηρά ενώ πολλές φορές συνόδευαν τους αοιδούς στο τραγούδι πλαισιωμένοι από τους ήχους της λύρας και του αυλού.

Οι αρχαίοι όμως εκτός από τη διασκέδαση αρέσκονταν και στην ψυχαγωγία. Το θέατρο ήταν το ψυχαγωγικό μέσο που προτιμούσαν περισσότερο. Πρωτοεμφανίστηκε στην Αττική στα χρόνια του Πεισίστρατου κατά τη διάρκεια των Διονυσιακών τελετών. Κατά τα δρώμενα των τελετών αυτών εμφανίστηκαν δύο χορωδίες. Οι αοιδοί της κάθε μιας απάγγειλαν διθυραμβική ποίηση υπό μορφή μουσικού διαλόγου. Αυτή υπήρξε η πρώτη παράσταση και επειδή οι αοιδοί-ηθοποιοί ήταν ντυμένοι με δέρματα τράγων ονομάστηκε Τραγωδία (δηλαδή η ωδή των τράγων) ενώ ως ο πρώτος ηθοποιός φέρεται ο αρχηγός του χορικού σχήματος αυτής της παράστασης, ο Θέσπις. Αρχικά τα θέατρα ήταν ανοιχτοί χώροι με ένα βωμό στο κέντρο. Οι θεατές παρακολουθούσαν καθήμενοι στο έδαφος ενώ αργότερα προστέθηκαν σ’ αυτά τα πρωτόγονα θέατρα ξύλινα καθίσματα, τα ικρία. Την Κλασική εποχή (5ο πχ αιώνα) το θέατρο τελειοποιήθηκε αποκτώντας τη μετέπειτα μορφή του (σκηνή, ορχήστρα, κοίλο). Στις γυναίκες απαγορευόταν να παρακολουθούν παραστάσεις ή να υποδύονται ρόλους. Γι αυτό οι θίασοι αποτελούνταν μόνο από άνδρες. Μάλιστα κάποιοι από αυτούς αναγκαστικά υποδύονταν τους γυναικείους ρόλους με ανάλογη περιβολή. Η τραγωδία χωρίστηκε στο Δράμα και την Κωμωδία. Κορυφαίοι τραγωδοί εκείνης της εποχής ανέβασαν το κύρος του θεάτρου στα ύψη κάνοντας το θεσμό, που κυριαρχεί ακόμη και σήμερα παγκοσμίως. Ο Αισχύλος , ο Ευριπίδης ,ο Σοφοκλής καθιέρωσαν το Δράμα ενώ ο καυστικός και πικάντικος Αριστοφάνης, την Κωμωδία. Λέγεται μάλιστα πως λόγω των βωμολοχιών που χρησιμοποιούσε στους θεατρικούς διαλόγους του, αρχικά επικρίθηκε έντονα όμως αποκτώντας μεγάλη απήχηση στα λαϊκά στρώματα σιγά σιγά έγινε αποδεκτός και από την εξέχουσα αθηναϊκή κοινωνία.

Η ΘΕΣΗ ΤΗΣ ΓΥΝΑΙΚΑΣ ΣΤΗΝ ΑΡΧΑΙΑ ΑΘΗΝΑ

Οι γυναίκες της εποχής εκείνης δεν είχαν το δικαίωμα του εκλέγειν και εκλέγεσθαι. Πολίτες της Αθήνας δεν γίνονταν σε καμία περίοδο της ζωής τους πράγμα που ίσχυσε μέχρι το τέλος της Κλασικής Περιόδου. Δεν μορφώνονταν ούτε τους επιτρεπόταν να βγαίνουν από το σπίτι ενώ όφειλαν να είναι πάντα καλλωπισμένες και σεμνές. Παντρεύονταν σε πολύ νεαρή ηλικία (περίπου 15 ετών) άνδρες που είχε διαλέξει ο πατέρας τους δια της μεσολάβησης προξενητρών. Ζούσαν μόνιμα «υπό κηδεμονία» αφού μετά τον πατέρα το ρόλο του κηδεμόνα αναλάμβανε ο σύζυγος. Ο σύζυγος επίσης λάμβανε «προίκα» από τον πατέρα της νύφης την οποία διαχειριζόταν ο ίδιος ενώ σε περίπτωση διάλυσης του γάμου η προίκα επιστρεφόταν στον πατέρα ή στον πιο κοντινό συγγενή. Μάλιστα εάν αυτό συνέβαινε χωρίς κάποια συγκεκριμένη αιτία ο σύζυγος όφειλε να πληρώσει επιπλέον ένα είδος τόκου. Υποχρέωση κάθε παντρεμένης ήταν η φροντίδα του οίκου , η ανατροφή των παιδιών και η επίβλεψη των δούλων.

Οι μόνες κοινωνικές έξοδοι στις οποίες μπορούσαν να παρευρίσκονται ήταν γάμοι , γιορτές συγγενών ,κηδείες ή θρησκευτικές πανηγύρεις. Ήταν έντονα θρησκόληπτες και ιδιαίτερα αφοσιωμένες στη λατρεία των γυναικείων θεοτήτων όπως της θεάς Αθηνάς , της Αρτέμιδος και της Δήμητρας. Ειδικά στα Θεσμοφόρια (γιορτές προς τιμήν της θεάς Δήμητρας και της Κόρης) ήταν ιδιαίτερα προσηλωμένες. Σ’ αυτά έπαιρναν μέρος μόνο οι έγγαμες γυναίκες, οι οποίες μάλιστα έλειπαν επί τρεις συνεχείς μέρες από το σπίτι τους για το σκοπό αυτό. Τα Θεσμοφόρια τελούνταν στο ναό της Δήμητρας, στην Ελευσίνα κατά τα Ελευσίνια Μυστήρια. Ο σύζυγος όφειλε να δώσει τη συγκατάθεσή του για να μη θεωρηθεί ασεβής προς τη θεά. Η ανδρική παρουσία απαγορευόταν αυστηρά στο χώρο των τελετουργιών αυτών. Λέγεται μάλιστα πως οι παραβάτες τιμωρούνταν είτε με θάνατο , είτε με τύφλωση. Τα Θεσμοφόρια κατά κάποιο τρόπο αποτελούσαν μια θρησκευτική κοινότητα γυναικών μέσω της οποίας εξυμνούνταν η θεά Δήμητρα (θεά της αναπαραγωγής όπως δηλώνει και το όνομά της, Δη–μήτηρ = Μητέρα Γη ) και κατά συνέπεια η γυναικεία γονιμότητα και τελούνταν υπό μορφή μυσταγωγίας. Αυτή η άκρα μυστικότητα που περιέβαλλε τη γιορτή δεν γινόταν να μείνει ασχολίαστη από το δαιμόνιο Αριστοφάνη ωθώντας τον να γράψει την απολαυστική κωμωδία Θεσμοφοριάζουσες, σατιρίζοντας τα γυναικεία καμώματα στη διάρκεια των Θεσμοφορίων αλλά και την αντιπάθεια των γυναικών στο πρόσωπο του «μισογύνη» Ευριπίδη.

Ο ΘΕΣΜΟΣ ΤΟΥ ΓΑΜΟΥ

Η οικογένεια ανέκαθεν ως πρωταρχικό κύτταρο της κοινωνίας αποτελούσε τη βάση της . Κατά τον Αριστοτέλη οι άνθρωποι όφειλαν να μεριμνούν γι αυτό το σκοπό. Στον αρχαίο κόσμο μάλιστα ο γάμος και κατά συνέπεια η απόκτηση απογόνων θεωρείτο ηθική υποχρέωση των νέων ενώ τα αρσενικά παιδιά ήταν προτιμότερα και πιο καλοδεχούμενα επειδή κληρονομούσαν και συνέχιζαν την πατρική περιουσία και αναλάμβαναν τη φροντίδα των γερόντων γονέων . Ο θεσμός του γάμου ήταν ιερός και προστατευόταν από το νομοθετικό σύστημα όλων των πόλεων κρατών ενώ ως προστάτιδα του φερόταν η θεά Ήρα.

Σε όλες τις πόλεις-κράτη ίσχυε το μονογαμικό σύστημα χωρίς αυτό να απαγορεύει τις εξωσυζυγικές σχέσεις των ανδρών ενώ τα παιδιά εκτός γάμου δεν είχαν δικαίωμα στην περιουσία και το όνομα του πατέρα τους. Αντιθέτως η απιστία από πλευράς γυναικών θεωρούνταν σοβαρό αδίκημα και τιμωρούνταν με την αποπομπή της συζύγου από το σπίτι και την κατάλυση του γάμου.

Η τελετή του γάμου διαρκούσε τρεις μέρες και περιελάμβανε τρεις συνεχόμενες ιεροτελεστίες: Τα Προτέλεια ή Προαύλια ή Προγάμια, το Γάμο και τα Επαύλια. Το πρώτο μέρος αποτελούσε τον αρραβώνα κατά τη διάρκεια του οποίου συμφωνούσαν για την προίκα ενώπιον μαρτύρων ενώ η νύφη συνήθως δεν ήταν παρούσα. Σαν προίκα δίνονταν μετρητά, τιμαλφή, ρουχισμός αλλά και δούλοι. Η περίοδος που προτιμούσαν για την τέλεση των γάμων ήταν το μήνα Γαμηλιώνα δηλαδή από τα μέσα Ιανουαρίου ως τα μέσα Φεβρουαρίου, διάστημα αφιερωμένο στη θεά Ήρα. Κατά την πρώτη μέρα ο πατέρας της νύφης έκανε σπονδές προς τους θεούς , η νύφη αφιέρωνε τα παιχνίδια και τα υπόλοιπα προσωπικά της αντικείμενα στο ναό της θεάς Άρτεμης -με την πράξη αυτή δήλωνε την αποκοπή της από την παιδική ζωή- ενώ οι μελλόνυμφοι λούζονταν με νερό φερμένο από την ιερή πηγή της Καλλιρρόης. Τη δεύτερη μέρα δινόταν το γαμήλιο γεύμα στο πατρικό της νύφης και μετά η ίδια μετακόμιζε στη νέα της οικία όπου την τρίτη μέρα φίλοι και συγγενείς έσπευδαν να ευχηθούν στους νιόπαντρους προσφέροντας τους τα δώρα τους. Ιεροτελεστίες όμως τελούνταν πριν και μετά τον ερχομό ενός παιδιού για να ξορκίσουν τα «κακά πνεύματα» .


Οι αρχαίοι ως γνωστόν ήταν αρκετά δεισιδαίμονες γι αυτό πριν από έναν τοκετό επικαλούνταν πλήθος σεβάσμιων θεοτήτων προστάτιδων των επίτοκων-κυριότερες από αυτές τις θεότητες ήταν η Διώνη, η Αμφιτρίτη, η Ρέα, η Ειλειθυία- ώστε να προφυλάξουν την επίτοκη από τον κίνδυνο επιπλοκών. Για το λόγο αυτό όταν πλησίαζε ο καιρός του τοκετού πρόσφεραν στις θεότητες θυσίες και δώρα. Αφού το παιδί γεννιόταν το έλουζαν, το άλειφαν με λάδι και το σπαργάνωναν (το τύλιγαν σφιχτά μέσα σε πάνες, τα λεγόμενα σπάργανα). Αυτή η συνήθεια ήταν πολύ παλιά και αναφέρεται στο μύθο της γέννησης του Δία, όταν η μητέρα του Ρέα για να τον σώσει από τον παιδοφάγο πατέρα του Κρόνο τον έκρυψε σε σπήλαιο της Κρήτης και στη θέση του σπαργάνωσε μια πέτρα που την παρουσίασε στον Κρόνο ο οποίος ξεγελάστηκε και νομίζοντας πως μπροστά του είχε τυλιγμένο το νέο βρέφος, την κατάπιε. Οι αρχαίοι όντας έντονα προληπτικοί για την αποτροπή της βασκανίας κρεμούσαν στο νεογέννητο διάφορα φυλαχτά ενώ στις θύρες των κατοικιών τους κρεμούσαν κλαδί ελιάς αν ήταν αγόρι ή λωρίδα μάλλινου υφάσματος αν ήταν κορίτσι. Την πέμπτη μέρα της γέννησης γιόρταζαν τα Αμφιδρόμια , τελετή κατά την οποία γίνονταν «καθαρμοί» για τη μητέρα. Ακολουθούσε η τελετή της εισαγωγής του παιδιού στην κοινωνία. Αυτό γινόταν ενώ το κρατούσε η τροφός βαδίζοντας κυκλικά γύρω από την εστία (το ανάλογο γίνεται σήμερα κατά το μυστήριο της βάπτισης από τον ανάδοχο που περιφέρει το μωρό γύρω από την κολυμπήθρα). Τη δέκατη μέρα μετά τη γέννηση γινόταν επίσημη γιορτή κατά την οποία ονομάτιζαν το νεογέννητο .Το σπίτι στολιζόταν ενώ παρίσταντο φίλοι και συγγενείς που κατά το έθιμο έπρεπε να προσφέρουν δώρα στο παιδί . Τα συνηθέστερα ήταν φυλαχτά για τη βασκανία. Το όνομα το έδινε ο πατέρας και ήταν του παππού ή το δικό του ή κάποιου θεού που οι γονείς τον θεωρούσαν « προστάτη» του μωρού. Όμως η ζωή και ο θάνατος ήταν γεγονότα αλληλένδετα για τους αρχαίους τα οποία διαδέχονταν το ένα το άλλο γι αυτό σέβονταν και τιμούσαν το θάνατο εξίσου με τη ζωή. Πίστευαν πως όταν ένας άνθρωπος ολοκλήρωνε το βίο του πάνω στη γη η ψυχή του που ήταν αθάνατη κατέβαινε στον Άδη. Ο Άδης για εκείνους ήταν το κάτω μέρος του κόσμου το οποίο δεν ήταν ορατό από τους ζωντανούς και βρισκόταν μόνιμα βυθισμένο μέσα στο σκοτάδι. Ήταν το βασίλειο του θεού Πλούτωνα ο οποίος είχε φροντίσει να το χωρίσει στη μέση. Στη δεξιά πλευρά του βρίσκονταν τα Ηλύσια Πεδία όπου πήγαιναν οι ψυχές των καλών ανθρώπων ενώ στην αριστερή βρίσκονταν τα Τάρταρα, τόπος όπου βασανίζονταν αιώνια οι ψυχές των κακών. Έξω από το παλάτι του Πλούτωνα περίμεναν για να κρίνουν την ψυχή τρεις αυστηροί Κριτές, ο Μίνωας, ο Ραδάμανθυς και ο Αιακός που αφού ζύγιζαν τις καλές πράξεις και τα κρίματα της αποφάσιζαν σε ποια πλευρά θα την έστελναν. Σε όλη την Ελλάδα τη φροντίδα των νεκρών την αναλάμβαναν αποκλειστικά οι γυναίκες. Αρχικά έπλεναν το σώμα με νερό, το άλειφαν με λάδι , το έντυναν και αφού το τοποθετούνταν σε πήλινη σαρκοφάγο το κάλυπταν με λευκό σεντόνι. Αφού το στόλιζαν με λουλούδια το άφηναν στο σπίτι επί εικοσιτέσσερις ώρες. Στο διάστημα αυτό φίλοι και συγγενείς έρχονταν να συλλυπηθούν την οικογένεια και να δώσουν τον τελευταίο χαιρετισμό στο νεκρό. Στην αρχαία Ελλάδα οι τελετές αυτές δεν γίνονταν ποτέ κατά τη διάρκεια της μέρας επειδή δεν έπρεπε το φως του ήλιου να μαγαριστεί από το θέαμα του θανάτου. Πριν ακόμη ανατείλει ο ήλιος λοιπόν η πομπή ξεκινούσε για το κοιμητήριο. Πίσω από τη σωρό ακολουθούσαν οι άντρες και κατόπιν οι γυναίκες. Κατά τον ενταφιασμό δίπλα στο νεκρό τοποθετούσαν έναν αμφορέα με νερό ώστε να μη διψάσει κατά τη διάρκεια του μακρινού ταξιδιού του. Επίσης έβαζαν πήλινα διακοσμημένα αγγεία και κάποια από τα προσωπικά του αντικείμενα. Μέσα στο στόμα του τοποθετούσαν έναν οβολό (νόμισμα) για να πληρώσει με αυτό το Χάροντα που με τη βάρκα του θα τον περνούσε μέσω του ποταμού Αχέροντα στον κάτω κόσμο ενώ στα χέρια του έβαζαν ένα κομμάτι πίτα που θα την έδινε στο αφοσιωμένο σκυλί του Πλούτωνα, τον τρικέφαλο Κέρβερο, για να τον αφήσει να εισέλθει στη σκοτεινή Πολιτεία. Αλίμονο σε όποιον ήταν φτωχός ή εντελώς μόνος! Γι αυτόν πίστευαν πως η ψυχή του θα έμενε παραπεταμένη αιώνια στις όχθες του ποταμού χωρίς να μπορεί να βρει την πολυπόθητη ανάπαυση. Αφού τελείωνε η τελετή όλοι όσοι παρευρέθησαν σ’ αυτή έπρεπε να ξεπλυθούν καλά με καθαρό νερό (να εξαγνιστούν) ώστε να μη μεταφέρουν αλλού την αύρα του θανάτου. Όμως εκτός από τις κοινές τους συνήθειες οι αρχαίοι Έλληνες ταυτίζονταν σε κάτι ακόμη. Στον μεταξύ τους ανταγωνισμό! Αμέτρητες ήταν οι εμφύλιες συγκρούσεις ανάμεσα στις πόλεις κράτη. Το μεγαλύτερο μίσος το έτρεφαν οι δύο πιο ισχυρές στρατιωτικά πόλεις, η Αθήνα και η Σπάρτη. Παρ’ αυτά υπήρξε χρονική περίοδος κατά την οποία οι αιώνιοι αντίπαλοι παραμέρισαν τη φιλονικία τους και ενώθηκαν κάτω από τον ίδιο σκοπό. Την αντιμετώπιση των Περσών, «Πανελλήνια Ιδέα» κατά το ρήτορα Ισοκράτη ο οποίος προέτρεψε το βασιλέα Φίλλιπο της Μακεδονίας ώστε να ηγηθεί υπέρ του σκοπού αυτού για την ένωση των Ελλήνων . Η σύμπνοια όμως διήρκησε πολύ λίγο αφού μετά τη μεγάλη νίκη τους έναντι των Περσών η καταστροφή ήρθε από τον πιο αιματηρό εμφύλιο που ξεπέρασε σε θύματα ακόμη κι αυτόν της Τροίας, τον Πελοποννησιακό! Στα τριάντα χρόνια της διάρκειάς του σήμανε το τέλος της «χρυσής εποχής» οδηγώντας και τις δύο ηγεμονίες (Σπάρτη- Αθήνα) στην καταστροφή. 
 Πηγές: ΕΓΚΥΚΛΟΠΑΙΔΕΙΑ ΥΔΡΟΓΕΙΟΣ «Η ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ ΖΩΗ ΣΤΗΝ ΑΡΧΑΙΑ ΑΘΗΝΑ»– ΒΙΚΙΠΑΙΔΕΙΑ

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου